Με αφορμή πρόσφατες αναφορές περί Βενιζελοκεμαλισμού, ως αυτόνομοι εθνικιστές, κρίνουμε σκόπιμο να ανατρέξουμε στην ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, προκειμένου να αποκωδικοποιήσουμε την υπάρχουσα τάση, η οποία, τελικώς, φαίνεται ότι εδράζεται σε μια διαχρονική λογική μειοδοσίας. Για όποιον νομίζει πως η Ελληνοτουρκική προσέγγιση είναι κάτι πρόσφατο «πλανάται πλάνην οικτρά». Το παραμύθι της «ελληνοτουρκικής» (υποτιθέμενης) φιλίας είναι αποτέλεσμα της παρακμής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μετά την άνοδο του οσμανικού κράτους δημιουργήθηκε η λεγόμενη “Ανατολική Παράταξη”, η οποία θεωρούσε πως η αυτοκρατορία θα έπρεπε να αποτελέσει πεδίο συνδιοίκησης με τους Τούρκους. Μάλιστα, ως θεμελιωτής του ελληνοτουρκισμού, αναφέρεται ο Γεώργιος Τραπεζούντιος.
Έτσι λοιπόν, στο πλαίσιο της επέκτασης των Τούρκων (που διαθέτουν συγγένεια με μογγολικούς λαούς) στην παρηκμασμένη αυτοκρατορία, η εν λόγω τάση, δημιουργήθηκε από την κυρίαρχη εθνοθρησκευτική τάξη. Στην πορεία του ελληνισμού, αυτή η λογική μετακενώθηκε στη φαναριώτικη τάξη, η οποία αποτέλεσε τη συνέχεια της βυζαντινής γραφειοκρατίας. Αξίζει να αναφερθεί βέβαια, ότι οι φαναριώτες, κάποιες φορές, υιοθέτησαν και πατριωτικές θέσεις, όπως η διάσωση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και η ενίσχυση της μυστικής διπλωματίας για το Rūm Millet.
Από το 1922 έως το 1930, η Ελλάδα έλαβε θέσεις πολιτικού οικουμενισμού. Αυτό φάνηκε από την προσέγγιση Βενιζέλου-Ινονού, με τον πρώτο να υποστηρίζει «πως είναι μονόδρομος ο εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας», ενώ ο δεύτερος να ισχυρίζεται πως «η είσοδος της Τουρκίας στην Ευρώπη προϋποθέτει τον γάμο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας». Μόνο που, σύμφωνα με τον Νεοκλή Σαρρή, η Τουρκία, μας αντιλαμβάνεται ως τη γυναίκα στο γάμο αυτό και φυσικά γνωρίζουμε πόσο… «τιμητική» είναι η θέση της γυναίκας στον συνεχιζόμενο οσμανικό κόσμο της Ανατολής.
Αργότερα, οι θέσεις αυτές συνεχίστηκαν στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου, με θύμα τη Θράκη. Το 1954, επί στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου, η χρήση του όρου «τουρκική» μειονότητα αντί για μουσουλμανική, ακούστηκε για πρώτη φορά, επειδή τους Πομάκους τους διεκδικούσε και η Βουλγαρία. Στο πλαίσιο λοιπόν του αντικομμουνισμού, η Ελλάδα εκείνη την περίοδο, έκανε μια διπλωματικά άστοχη κίνηση, «χαρίζοντας» στην Τουρκία τον τουρκικό προσδιορισμό της μειονότητας επειδή η Βουλγαρία άνηκε στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, και μάλιστα, παρά το γεγονός, ότι ο ίδιος ο Παπάγος είχε ήδη προσπαθήσει από το 1952 να διεθνοποιήσει το Κυπριακό ζήτημα. Μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 1955, ακολούθησαν τα Σεπτεμβριανά, το κεντρικά καθοδηγούμενο πογκρόμ σε βάρος του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.
Στη συνέχεια, ο οικουμενισμός της πολιτικοστρατιωτικής διοίκησης πέρασε στην επταετία, όπου η ελληνοτουρκική προσέγγιση με επίκεντρο το Κυπριακό υιοθέτησε τη λογική των κοινοτήτων, μια θέση που συνέφερε σαφώς τους Άγγλους. Μάλιστα, πρότειναν και μια μορφή Ομοσπονδίας με την Τουρκία, επικαλούμενοι το Σύμφωνο Φιλίας του 1930 με το επιχείρημα «Κεμάλ και Βενιζέλος φωνάζουν για ένωση από τις δύο ακτές». Τον Σεπτέμβριο του 1980 έγινε στην Τουρκία το στρατιωτικό πραξικόπημα υπό τον στρατηγό Εβρέν, με γνώμονα τους κομμουνιστές, οι οποίοι είναι βαθιά φιλοκεμαλικοί. Αργότερα, η Τουρκία επικεντρώθηκε ξανά στα νησιά του Αιγαίου και στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, φτάνοντας στην κρίση των Ιμίων το 1996, τη στιγμή που η κυβέρνηση Σημίτη υποστήριζε την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.
Συμπερασματικά, η μειοδοσία και η υποχώρηση απέναντι στην Τουρκία διαθέτει βαθιές ρίζες. Ξεκινούν από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και καταλήγουν στον ωμό εκσυγχρονισμό του ευρωατλαντισμού. Απλώς σήμερα, στη συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση, το εθνικό κράτος δέχεται επίθεση, με αποτέλεσμα μια περιφερειακή δύναμη όπως η Τουρκία να συμφέρει τις διεθνείς αγορές, εφόσον προσελκύει επενδύσεις τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή. Η χρεωμένη και μόνιμα υποτελής στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού Ελλάδα υποχωρεί ένεκα των παραπάνω λόγων που αναφέραμε. Συνεπώς, είτε με Ευρασία είτε με ΗΠΑ, τα συμφέροντα παραμένουν ετερόκλητα, οπότε η Ελλάδα σε κάθε περίπτωση θα δέχεται πιέσεις για εθνικές υποχωρήσεις. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός, πως από νεοφιλελεύθερους μέχρι νεομαρξιστές αλλά και από ορισμένους παλαιοτροτσκιστές, έχει δημιουργηθεί ένα αντεθνικό μέτωπο με στόχο την υποχώρηση των εθνικών δικαίων στην Τουρκία.
