Συνεχίζουμε με το δεύτερο κείμενο τῶν «Θεμελίων της Ιδέας», ένα απόσπασμα από το έργο του 1905 «Ὅσοι ζωντανοί», του Ίωνος Δραγούμη.
[Ἔλεγε] τοῦ ἑαυτοῦ του·
— Ἂς μὴ σκοτίζωμαι πολὺ καὶ ἂς μὴν κουράζωμαι μὲ τὴ συλλογιὰ γιὰ τὸ τί εἶμαι καὶ τί κάνω. Ἂς κάνω αὐτὰ που ἀποφασίσαμε μὲ τὴν ἀράδα, τὸ ἕνα ὕστερα ἀπὸ τ’ ἄλλο, ἂς τὰ κάνω μὲ βαρεμό, μὲ ἠρεμία καὶ θάρρος. Πρέπει νὰ κλείνη κανεὶς τὰ μάτια του γιὰ νὰ προχωρέση, ἀφοῦ πάρη μιὰν ἀπόφαση, νὰ κλείνη τὰ μάτια του καὶ τ’ ἀφτιά του.
Καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τὴν ᾿Αθήνα προσπαθοῦσε νὰ βάλη στὸ νόημα τοὺς πολιτικοὺς τοῦ μικροῦ κράτους, λέγοντάς τους πως χωρίς πρόγραμμα πολιτικὴ δὲ γίνεται καὶ γιὰ νὰ ἀποχτήσουν πρόγραμμα χρειάζεται πρῶτα νὰ ξεκαθαρίσουν τὸν πολιτικό σκοπό τους· γ ι α τ ί δημιουργήθηκε ἡ Ἑλλάδα ;
[…]
Μέσα στὶς ἐνέργειές του ὁ ᾿Αλέξης στοχάζονταν σὰν πάντα τὰ ἔθνη καὶ τὰ κράτη καὶ τὶς κοινωνίες σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ εἶχε κάθε μέρα σὰ λόγους καὶ ἀντίλογους μὲ τὸν ἑαυτό του, ὄχι πάντα ρυθμικοὺς καὶ ἁρμονισμένους, γιατὶ ζυμώνονταν κιόλα μέσα του κάτι συναισθήματα, που δὲν εἶχαν ξεκαθαριστῆ ἀπὸ τὸ μυαλό του γιὰ νὰ γίνουν ἰδέες. Ἔλεγε ἔξαφνα μὲ τὸ νοῦ του
— Δὲν ἔχει πιὰ νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ ἔθνος μου· θὰ κυλιστῶ μέσα του ἀναγνωρίζοντας τὴ σκλαβιά μου καὶ ὁμολογῶντας την. Δὲν ξεχωρίζεται πιὰ ἡ ζωή μου ἀπὸ τὴν ἐνέργειά μου. Εἶμαι νεῦρο τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς, ὅπου κι ἂν σταθῶ, ὅπου κι ἂν βρεθῶ. Εἶμαι σὲ φυσιολογικὴ κατάσταση, ὅταν αἰσθάνωμαι τὸν ἑαυτό μου ἕνα μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἔθνους μου.
— Δὲν ἔχω νὰ σκοτιστῶ γιὰ τὰ ὅσα λὲν τὰ ἄλλα ἔθνη γιὰ τὸ ἔθνος μου, παρὰ θὰ φροντίζω νὰ ξανοίγω τὸ δρόμο του, νὰ τὸ ξελευτερώσω, μὴν ἀκούοντας τοὺς ἄλλους, μὴν κοιτάζοντας κανένα.
— Δὲν πασκίζω γιὰ τὸ κράτος, γιατὶ τὸ κράτος τὸ δικό μας δὲν ἀξίζει νὰ τὸ βοηθῆ κανένας, εἶναι μονάχα ὁρμητήριο· ἐγὼ πασκίζω γιὰ τὸ ἔθνος. Εἶναι ἀνάγκη ναυτειάσω ἀνθρώπους, νὰ ἐλευτερώσω τοὺς Ἕλληνες, ἐλεύτερους καὶ δούλους, γιατὶ εἶναι ὅλοι τους σκλάβοι καὶ ραγιάδες.
— Τὴν πολιτικὴ τὴ σιχαίνομαι γιὰ πολλοὺς λόγους καὶ γιὰ τὰ πολλά της τὰ λόγια καὶ μόνο ἂν γίνεται μὲ τὴν πολιτικὴ νὰ καταφέρω νὰ ὑψώσω τὴν αἴσθηση καὶ τὴ θέληση τῶν γύρω μου ἀνθρώπων κατὰ κάποιον ἀγῶνα ἢ πόλεμο (τὸ μόνο πρᾶμα που ἀξίζει σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, γιατὶ βιάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐλευτερώνεται), μόνο ἂν μπορῶ νὰ συγκεντρώσω μιὰ προσπάθεια, ὅποια καὶ νὰ ‘ναι, τῆς φυλῆς μου πρὸς κάποιο εἴδωλο ἢ κάποια πραγματικότητα, μόνο τότε ἀξίζει νὰ κάνω πολιτική. Ἡ προσπάθεια θὰ ξεθυμάνη κάποτε, ὁ πόλεμος θὰ τελειώση μὲ τὴ νίκη καὶ θὰ μείνη ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος πιὸ δυνατός, πιὸ ἀντρεῖος, πιὸ τολμηρός, πιὸ φωτισμένος καὶ πιὸ ἐλεύτερος καὶ γὼ θὰ ἔχω κάψει τὴ ζωή μου, θὰ τὴν ἔχω ξοδέψει.
— Οἱ κεφαλὲς τῆς Ρωμιοσύνης πρέπει νὰ γίνουν ἄνθρωποι· νὰ μιὰ δουλειά μου. Ἡ πολιτικὴ τοῦ Ἕλληνισμοῦ πρέπει νὰ γίνη πολιτικὴ μὲ σκοπὸ τὴν ἕνωση τῆς φυλῆς· νὰ ἄλλη μιὰ δουλειά μου. Καὶ οἱ δυὸ χρειάζεται νὰ γίνωνται παράλληλα.
Δὲ μοῦ ἔρχεται νὰ λέγω σὰν τοὺς πολλούς, καὶ μάλιστα ἐπιστήμονες, «οἱ ἄνθρωποι τώρα εἶναι ἔτσι ἢ ἀλλοιῶς· τὰ πράματα ἄλλαξαν στὸν αἰῶνα μας.» Οἱ ἄνθρωποι ἀλλάζουν πάντα, εἶναι τὸ φυσικό τους, αὐτὸ ὅμως τὸ φυσικό τους δὲν ἀλλάζει καὶ λοιπὸν δὲν εἶναι κανένα καινούργιο ἀξίωμα πως οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν ἀρχαῖον καιρὸ ἀλλάζουν. Ὅλα μποροῦν νὰ γίνουν πάντα, σὲ κάθε καιρό, μὲ κάθε λογῆς ἀνθρώπους, φτάνει νὰ βρίσκωνται μεταξύ τους μερικοί διαλεχτοί, που νὰ εἶναι ἀρκετὰ δυνατοί, ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ κάνουν αὐτὰ που σκοπεύουν, μ’ ὅλα τὰ ἐμπόδια που ξεφυτρώνουν γύρω τους. Γιατί, ὅσο καὶ ν᾿ ἀλλάξουν οἱ ἄνθρωποι, ἀπομένουν πάντα ἄνθρωποι.
