Υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι η πολιτική βία έχει παρέλθει και ανήκει σε μία άλλη εποχή. Ότι οι πολιτικές μάχες δίνονται με όρους μετριοπάθειας και ανεκτικότητας, μακριά από αυτό που οι αστοί αποκαλούν «εξτρεμισμό». Ωστόσο, η πολιτική βία είναι εδώ, πανταχού παρούσα στην καθημερινότητά μας, όπως και η βία συνολικά. Mία πραγματικότητα που ο εθνικιστής βιώνει καθημερινά στο πετσί του. Αυτή η βία δεν περιορίζεται απαραίτητα στη σωματική της έκφραση. Παίρνει τη μορφή του κοινωνικού αποκλεισμού, της στοχοποίησης και της κατασυκοφάντησης που υφίσταται καθημερινά ο οποιοσδήποτε αρνείται να ενταχθεί στο καλούπι της «πολιτικά ορθής» κουλτούρας. Πρόκειται για τη δημιουργία κοινωνικά απόκληρων, επειδή δεν ασπάζονται τον νοσηρό ψυχισμό μίας καταρρέουσας κοινωνίας. Η διαπόμπευσή τους ξεκινάει από τον κόσμο των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Οι ταμπέλες που τους προσάπτουν οι δράκοι των καναλιών και ο οχετός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποσκοπούν ακριβώς στη δημόσια «σταύρωσή» τους, η οποία θα οδηγήσει σταδιακά και στη σωματική επίθεση εναντίον τους.
Χαρακτηρισμοί όπως ο «ναζί», ο «φασίστας», ο «ακροδεξιός», το «αυγό του φιδιού», τα «παιδιά του μίσους», είναι απλώς ταμπέλες που επιδιώκουν τη συλλογική απενοχοποίηση της δίωξης των εθνικιστών και κάθε επίθεσης εναντίον τους από τους γνωστούς αγνώστους του παρακράτους. Όλα ξεκινούν από την ηθική αυτουργία των καθοδηγητών της κοινής γνώμης. Αλήθεια, πόσο εύκολη είναι η ζωή ενός εθνικιστή στους πανεπιστημιακούς χώρους; Πόσο εύκολο είναι να ανοιχτεί και να είναι ο εαυτός του στον εργασιακό του χώρο; Πόσο ασφαλές είναι να κυκλοφορήσει σε συγκεκριμένες περιοχές και δρόμους της Αθήνας; Και, τελικά, πόσο ελεύθερος είναι να εκφράζεται εθνικιστικά όπου και όποτε θέλει; Λοιπόν, η βία, και ειδικά εκείνη που πηγάζει από την παρακρατική δράση της αντιφασιστικής αριστεράς, είναι πάντοτε εκεί, να απειλεί όσους αρνούνται να σκύψουν το κεφάλι στη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας.
Ο εξτρεμισμός για τον οποίο τόσο ωρύονται οι βοσκοί των καναλιών προέρχεται πολύ περισσότερο από τις δολοφονικές ορδές της αριστεράς, οι οποίες καταγράφουν δεκάδες επιθέσεις, αρκετές εκ των οποίων με νεκρούς. Η βία της αριστεράς, ωστόσο, βρίσκεται στο απυρόβλητο, καταλαμβάνοντας μάλιστα μία θέση περιφρούρησης της καθημερινής ζωής και τηρώντας στάση χωροφύλακα απέναντι σε όσους αποκλίνουν από τη γραμμή της μάζας και ακολουθούν τη δική τους επαναστατική πορεία. Τα τελευταία χρόνια, μέσα σε αυτό το σκηνικό, έχει προστεθεί και η βία των αλλοδαπών συμμοριών, σε αγαστή συνεργασία με τα σκουπίδια της antifa, η οποία στρέφεται ευθέως εναντίον νεαρών εθνικιστών οι οποίοι δεν ανέχονται να βλέπουν τις γειτονιές τους να μετατρέπονται σε γκέτο ναρκεμπορίου. Ειδικά στη Δυτική Ευρώπη το φαινόμενο εντείνεται και σύντομα θα το δούμε ακόμη πιο δριμύ και στην Ελλάδα.
Η βία, λοιπόν, αποτελεί πλέον μία καθημερινότητα για τον εθνικιστή, τη βιώνει στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στους δρόμους, στη δουλειά, στα πάρκα, στις πλατείες. Τη βιώνει παντού. Τη βλέπει κατάματα και έρχεται πολλές φορές αντιμέτωπος μαζί της. Ξεκινάει με την ενοχοποίησή του και τελειώνει με την επίθεση εναντίον του. Εμείς, λοιπόν, ως Αυτόνομη Εθνικιστική Νεολαία έχουμε ηθικό χρέος να τιμάμε εσαεί τα αδέλφια μας, τους μάρτυρες αυτής της βίας, τους μάρτυρες της Ελληνικής και της Ευρωπαϊκής Επανάστασης. Ξεκινώντας από τον Μίκη Μάντακα που έδωσε τη ζωή του στους δρόμους της Ρώμης και φτάνοντας μέχρι τον Γιώργο Φουντούλη και τον Μανώλη Καπελώνη, οι οποίοι πότισαν με το δικό τους αίμα το πεζοδρόμιο του Νέου Ηρακλείου. Και μαζί με αυτούς τους δεκάδες άλλους, τον Quentin Deranque, τον Louis, τον Tomie Lindh και όσους άλλους έπεσαν στους φλεγόμενους δρόμους των πόλεων για να δουν τις Πατρίδες τους και την Ευρώπη ελεύθερες.
