Πριν λίγες ημέρες οι υποδομές εξόρυξης λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα ανατινάχθηκαν αφήνοντας πίσω κυριολεκτικά καμένη γη. Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί το οριστικό τέλος μιας παραγωγικής δραστηριότητας που για δεκαετίες αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα του ελληνικού ενεργειακού συστήματος. Το mega project της απολιγνιτοποίησης επηρεάζει αρνητικά τις οικονομίες των λιγνιτικών περιοχών της Ελλάδας και κυρίως της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης, με κίνδυνο την άμεση αποδυνάμωσή τους και την κοινωνική ερημοποίησή τους.
Η απολιγνιτοποίηση εντάσσεται στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απανθρακοποίηση της οικονομίας και την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, όπως αυτή αποτυπώνεται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal). Η εφαρμογή της απολιγνιτοποίησης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2019 στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα (COP26). Η εθνική πολιτική αποτυπώθηκε στο Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας και Κλίματος, ΕΣΕΚ, στο οποίο ενσωματώθηκε ο στόχος της πλήρους απολιγνιτοποίησης της χώρας έως το 2028, και συνοδεύτηκε από το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΣΔΑΜ) για τις λιγνιτικές περιοχές.
Ωστόσο, η επιλογή της βιαστικής καταστροφής των λιγνιτικών υποδομών προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Με την οριστική απώλεια των τελευταίων εγκαταστάσεων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η χώρα στερείται μιας σημαντικής ασπίδας ενεργειακής ασφάλειας, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αυξημένης αβεβαιότητας στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Η πλήρης εγκατάλειψη του ελληνικού λιγνίτη, μας εγκλωβίζει στην εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο. Παράλληλα, οδηγεί στην άνοδο του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και στην άναρχη εγκατάσταση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), η οποία τσιμεντοποιεί τα ελληνικά δάση και βουνά, με σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.
Την ίδια στιγμή που μεγάλες βιομηχανικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Πολωνία, εξακολουθούν να διατηρούν τον λιγνίτη για λόγους ενεργειακής ασφάλειας, η Ελλάδα προχώρησε σε μια από τις πιο γρήγορες απολιγνιτοποιήσεις στην Ευρώπη, προτού εξασφαλίσει ενεργειακές εναλλακτικές, εις βάρος του εθνικού της συμφέροντος. Στην πραγματικότητα, η καταστροφή του πανάκριβου εξοπλισμού εξόρυξης, η αντικατάσταση του οποίου θα απαιτούσε πολύπλοκες διαδικασίες και επενδύσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ, εξυπηρετεί την κερδοφορία των εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας και των λίγων επιχειρηματικών ομίλων που κυριαρχούν στον κλάδο, μεταβιβάζοντας το κόστος τελικά τους καταναλωτές.
Οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος, η άθλια καπιταλιστική εφεύρεση του «Χρηματιστηρίου Ενέργειας» και η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους έχουν διαμορφώσει μια αφόρητη κατάσταση για τα ελληνικά νοικοκυριά. Ο ελληνικός λαός καλείται καθημερινά να αντιμετωπίσει ένα ολοένα υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί κοινωνικό και εθνικό αγαθό, και όχι κερδοσκοπική μπίζνα ενός ολιγοπωλίου που ελέγχει την αγορά ενέργειας. Η πολιτεία οφείλει να μεριμνά και να εφαρμόζει ουσιαστικές παρεμβατικές πολιτικές για τον έλεγχο του ενεργειακού κόστους και των τιμών, έτσι ώστε να καλύπτονται οι ζωτικές ανάγκες του ελληνικού λαού και να στηρίζεται η εθνική παραγωγή.
Η στροφή στην πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ενεργειακή αυτονομία της Ελλάδος. Την ώρα που η Βουλγαρία λειτουργεί ήδη τον πυρηνικό σταθμό του Κοζλοντούι, στις όχθες του Δούναβη, και η Τουρκία αναμένεται να ολοκληρώσει εντός του 2026 τον πρώτο της πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής στο Ακούγιου, στην Μερσίνη, στην Ελλάδα οι σχετικές συζητήσεις για την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Τη στιγμή που άλλες χώρες αποκτούν ενεργειακή αυτάρκεια και σε χαμηλότερο κόστος, στην Ελλάδα το ενεργειακό μοντέλο διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοούνται οι λίγοι, επιβαρύνοντας την κοινωνία και την εθνική παραγωγή.
