Η έναρξη του Εθνοσωτήριου Αγώνα: Η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία

«Ἄς μή βρέξῃ ποτὲ
τὸ σύννεφον, και ὁ ἄνεμος
σκληρός ἄς μή σκορπίσῃ
τὸ χῶμα τὸ μακάριον
ποὺ σᾶς σκεπάζει!»

Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον, Ανδρέας Κάλβος

Σαν σήμερα, στις 21 Φεβρουαρίου 1821, υψώνεται για πρώτη φορά το επαναστατικό λάβαρο της Εθνικής Παλιγγενεσίας, στο Γαλάτσι της Μολδαβίας, και ξεκινάει η πρώτη, και από τις ενδοξότερες, πτυχές της Επαναστάσεως, ο Αγώνας στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι συνθήκες τόσο του τόπου όσο και του χρόνου του ξεσηκωμού είχαν επιλεχθεί προσεκτικά. Οι Φιλικοί είχαν επιλέξει τους πρώτους μήνες του 1821, καθώς εκείνη την περίοδο μαινόταν η εξέγερση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων κατά της Υψηλής Πύλης. Η σύγκρουση αυτή είχε απασχολήσει σημαντικό τμήμα των Οθωμανικών στρατευμάτων της περιοχής, ώστε τα Ελληνικά στρατεύματα, κατά την κρίσιμη πρώτη φάση των επαναστατικών ενεργειών, να αντιμετωπίσουν μειωμένη — έως σχεδόν μηδενική — αντίσταση. Λόγω διαρροής πληροφοριών για την επικείμενη Επανάσταση, τον Ιανουάριο αποφασίστηκε η επίσπευση των προετοιμασιών, και επιλέχθηκε, αντί της αρχικής ημερομηνίας (25η Μαρτίου), η 21η Φεβρουαρίου, γεγονός το οποίο οδήγησε σε ελλιπή οργάνωση και εξοπλισμό των Ελληνικών δυνάμεων.

Όσον αφορά τη Μολδοβλαχία, ήταν ένα ιδιαιτέρως πρόσφορο έδαφος για την έκρηξη Επαναστατικών ενεργειών. Οι Ηγεμονίες τελούσαν υπό καθεστώς σχετικής αυτονομίας, εγγυημένο από τον Τσάρο· οι Επαναστάτες, λόγω θρησκευτικών, εθνικών [1], και προσωπικών [2] δεσμών, ανέμεναν ότι, αν ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’ δεν παρείχε ενεργή στρατιωτική βοήθεια, τουλάχιστον δε θα επέτρεπε την είσοδο των Οθωμανικών στρατευμάτων στην περιοχή, κάτι που απαιτούσε την ρητή του έγκριση. Εν πρώτοις, ίσως η προσδοκία αυτή ακούγεται ουτοπική και υπερβολική, αλλά αυτό αγνοεί τη βαθιά εχθρότητα μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, καθόριζε τις κινήσεις των δύο κρατών. Οι Ρώσοι ήδη επέτρεπαν στους Φιλικούς να δρουν με σχετική ελευθερία στις Ηγεμονίες — είχαν, μάλιστα, μετατρέψει το Ρωσικό προξενείο σε Φιλική “γιάφκα” της εποχής — ενώ ο πιο πρόσφατος Ρωσοτουρκικός πόλεμος είχε τελειώσει μόλις το 1812, και ο επόμενος θα ξεκινούσε το 1828· κεντρικό πεδίο μαχών θα ήταν και στους δύο τα εδάφη των Ηγεμονιών. [3]

Πολλοί ομογενείς, μεταξύ αυτών και ο Ιωάννης Καποδίστριας, κατείχαν υψηλά αξιώματα στη Ρωσική Αυτοκρατορία, ή θέσεις σημαντικής κοινωνικής και οικονομικής ισχύος, ώστε να μπορούν να ασκούν ουσιαστική επιρροή.

Αρκετοί από τους Επαναστάτες, και ιδίως στη Μολδοβλαχία, διατηρούσαν προσωπικές σχέσεις με Ρώσους αξιωματούχους, όπως ο πρόξενος της Ρωσίας στις Ηγεμονίες, Δημήτριος Αργυρόπουλος, ο οποίος ήταν αυτός που κήρυξε πρώτος την έναρξη του Αγώνα. Οι σχέσεις αυτές έφταναν μέχρι τον Αυτοκράτορα, όπως στην περίπτωση του Επιτρόπου της Φιλικής Εταιρείας και αρχηγού των Ελληνικών δυνάμεων, Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ο οποίος διατελούσε υποστράτηγος του Ρωσικού Στρατού και υπασπιστής του Τσάρου. Ο τίτλος του «Επιτρόπου» που κατείχε ο Υψηλάντης έχει ιδιαίτερο βάρος, καθώς κατά το Βυζαντινό έθιμο σημαίνει αντιβασιλέας, ήτοι νόμιμος διάδοχος του θρόνου της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας.

Απόδειξη της βιωσιμότητας του σχεδίου των Επαναστατών αποτελεί το γεγονός πως, πενήντα περίπου χρόνια αργότερα, και σε όχι ιδιαιτέρως ευνοϊκότερο γεωπολιτικό κλίμα, οι Ηγεμονίες, ακολουθώντας παρόμοια στρατηγική με τους Φιλικούς, θα πετύχαιναν τη Ρωσική επέμβαση, οδηγώντας στην ανεξαρτησία τους ως Ρουμανία.

Δεύτερο ουσιαστικό πλεονέκτημα της Μολδοβλαχίας ήταν η έντονη παρουσία του Ελληνικού στοιχείου. Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, ως Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας υπηρετούσαν κυρίως Φαναριώτες ομογενείς, με έντονο Εθνικό αίσθημα. Πολλοί από αυτούς συμμετείχαν, ανοιχτά ή κεκαλυμμένα, στα διάφορα επαναστατικά ξεσπάσματα του Ελληνισμού. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, πατέρας του Αλεξάνδρου, καθώς και ο Ηγεμόνας κατά την περίοδο της Επαναστάσεων, Μιχαήλ Σούτζος. Η άρχουσα τάξη (Βογιάροι) εν γένει είχε φτάσει σε βαθμό να κυριαρχείται από ομογενείς, ενώ παρόμοιοι ήταν οι συσχετισμοί όσον αφορά το εμπόριο, και την οικονομική ζωή στο σύνολο.

Η Ελληνική παροικία στις Ηγεμονίες, όπως και οι γειτνιάζουσες στην νοτιοδυτική Ρωσική Αυτοκρατορία (π.χ. Οδησσός), ήταν από τις πλέον ακμάζουσες. Ωστόσο, δυστυχώς, αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από εμπόρους και αξιωματούχους. Αν και κάποιοι από αυτούς ήταν πατριώτες και συνέδραμαν οικονομικά ή συμμετείχαν ενεργά στις μάχες, αρκετοί, βολεμένοι ή φοβισμένοι, έβαλαν τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα πάνω από την Εθνική επιταγή. Η εμπορική κοσμοθεώρηση και νοοτροπία, τόσο διαδεδομένη στις παροικίες, για άλλη μία φορά έδειξε πως αποτελεί σήψη και παρακμή.

Επιπρόσθετα, η Μολδοβλαχία αποτελούσε κέντρο στρατιωτικής ισχύος της Φιλικής Εταιρείας, καθώς, πέραν των οργανωμένων σωμάτων Ελλήνων σωματοφυλάκων, που διατηρούσαν οι Ηγεμόνες, στην περιοχή βρισκόταν μεγάλος αριθμός μυημένων Φιλικών, μελών και οπλαρχηγών, ενώ είχε δημιουργηθεί και αξιόλογος αριθμός αποθηκών πολεμοφοδίων, όπως το Ρωσικό προξενείο που προαναφέρθηκε. Τέλος, η μεγάλη απόσταση από τον υπόλοιπο επαναστατικό κορμό θα ανάγκαζε τον Σουλτάνο να διασπείρει ακόμη περισσότερο τις ήδη απασχολημένες του δυνάμεις.

Παράλληλα με την Ελληνική Επανάσταση, στην περιοχή κυρίως της Βλαχίας, είχε ξεσπάσει εξέγερση υπό τον Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου, κοινωνικοανατρεπτικού —κυρίως— χαρακτήρα, εναντίον των Βογιάρων. Παρότι τα δύο κινήματα ήταν ξεχωριστά και κατά περιπτώσεις είχαν αντικρουόμενους στόχους, λόγω της εισχωρήσεως πρακτόρων της Φιλικής Εταιρείας, όπως ο Ιωάννης Φαρμάκης, στις Βλάχικες δυνάμεις, συχνά βρίσκονταν σε συνεργασία. Πάντως, λόγω της κοινωνικής, και όχι αντιοθωμανικής, φύσεως των αιτημάτων του Βλαδιμηρέσκου, το κίνημά του αντιμετωπίστηκε θετικότερα από την Υψηλή Πύλη.

Η Ελληνική Επανάσταση ξεσπάει στις 21 Φεβρουαρίου στο Γαλάτσι, το οποίο γρήγορα καταλαμβάνεται από τους Φιλικούς και τις δυνάμεις του Πριγκιπάτου της Μολδαβίας, υπό τον Βασίλειο Καραβιά. Την επομένη, 22 Φεβρουαρίου, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διασχίζει, μετά τρισχιλίων ανδρών τον Προύθο, το υδάτινο σύνορο Ρωσίας-Μολδαβίας, και αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία της Επαναστάσεως. Στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδει τη θρυλική διακήρυξη «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». Ωστόσο, παρά τη φλογερή προτροπή του, μόνο μερικές χιλιάδες προσχωρούν στον στρατό του, καθώς κάποιες υπερβολές και αυθαιρεσίες των Φαναριωτών ευγενών έχουν αποξενώσει κομμάτι του τοπικού πληθυσμού. Παρά ταύτα, πλέον με 12.000 άνδρες, ο Υψηλάντης καταλαμβάνει γρήγορα τη Βλαχία.

Το καμάρι του στρατού των Φιλικών είναι ο Ιερός Λόχος, ένα εθελοντικό σώμα αποτελούμενο από τον ανθό της Ελληνικής νεολαίας των παροικιών, από φοιτητές των Ηγεμονιών και της Οδησσού. Ιδρύεται στη Φωξάνη της Βλαχίας λίγο μετά την έλευση του Υψηλάντη, και αποτελεί το πρώτο τακτικό σώμα του Ελληνικού στρατού, εκπαιδευμένο κατά τα δυτικά πρότυπα, εν αντιθέσει με τους ατάκτους κλεφταρματωλούς. Ως ο επίλεκτος νεανικός πυρήνας του στρατού, λαμβάνει το όνομα «Ιερός Λόχος», σε ανάμνηση του Θηβαϊκού Ιερού Λόχου, σώμα αντίστοιχου χαρακτήρα κατά την κλασική αρχαιότητα. Για ύμνο του επιλέγει το «Ἆσμα πολεμιστήριον» του Αδαμαντίου Κοραή, που είχε γραφτεί 20 χρόνια νωρίτερα για τους Έλληνες της «Ταξιαρχίας Ακροβολιστών της Ανατολής» του Ναπολέοντα. Ο θούριος αυτός δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. «Ἐκδικήσεως ἡ ὥρα/Ἔφθασεν, ὦ φίλοι, τώρα». Οι νεαροί αυτοί μελανοφόροι αποτελούν τη νέμεσιν του Έθνους.

Η στολή τους αποτελείται από μακρύ, μαύρο χιτώνα, περισκελίδες και ψηλό, δίχως γείσο, κράνος. Σε αυτό, υπό το λευκό λοφίο, φέρουν τρίχρωμο θυρεό (ερυθρό, γαλάζιο, λευκό), και νεκροκεφαλή επί 2 χιαστί κόκκαλων, κάτω από την οποία αναγράφεται με χρυσά γράμματα η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος». Η σημαία του σώματος αποτελείται από τρεις ισοπλατείς ρίγες, μία ερυθρή, συμβολίζουσα «τὴν αὐτεξουσιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν χαρὰν αὐτοῦ διότι πολεμεῖ διὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς Πατρίδος», μία λευκή, συμβολίζουσα «τὴν ἀθωότητα τῆς δικαίας ἡμῶν ἐπιχειρήσεως κατὰ τῶν τυράννων», και μία μαύρη, συμβολίζουσα «τὸν ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἐλευθερίας θάνατον ἡμῶν».Είναι δύο όψεων· στην εμπρόσθια όψη, η μεσαία ρίγα περιέχει έναν Φοίνικα, αναγεννόμενο από τις φλόγες, πλαισιωμένο από την φράση «ΕΚ ΤΗΣ ΚΟΝΕΩΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ», και στην ανάποδη υπάρχει η επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» και αγιογραφία των Αγίων Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Υψώνοντας αυτή τη σημαία, παράλληλα με τα Βλάχικα στρατεύματα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης προελαύνει προς το Βουκουρέστι. Πρώτος στην πόλη θα μπει ο Βλαδιμηρέσκου, στις 21 Μαρτίου, υποδεχόμενος θερμώς από τους αξιωματούχους, δίχως να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση. Εδώ εμφανίζεται το πρώτο ουσιαστικό ρήγμα μεταξύ των δύο ηγετών. Όταν καταφτάνουν οι Ελληνικές δυνάμεις στην πόλη, τους απαγορεύεται η είσοδος, και γίνονται δεκτοί μόνο στις 25 Μαρτίου, μετά από διαπραγματεύσεις.

Οι εξελίξεις για την Ελληνική πλευρά συνεχίζονται αρνητικές. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με τον Βλαδιμηρέσκου, γνωστοποιείται στον Υψηλάντη η απόφαση του Συμβουλίου του Λάιμπαχ να τον ονομάσει εχθρό της Ιεράς Συμμαχίας, καθώς και η αποκήρυξή του από τον Τσάρο και ο αφορισμός του από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, υπό τις Οθωμανικές πιέσεις. Στο εσωτερικό, ο Βλαδιμηρέσκου συνεχίζει να ζητά την αποχώρηση του Ελληνικού στρατού από τη Βλαχία, αίτημα που διατυπώνει από την αρχή της εκστρατείας του Υψηλάντη. Τα νέα αυτά, και κυρίως το πρώτο, κλονίζουν το στράτευμα, και οδηγούν σε λιποταξία σχεδόν των μισών ανδρών του. Εντούτοις, με έξυπνους ελιγμούς, ο Υψηλάντης καταφέρνει να υπερκαλύψει τις απώλειές του, καθώς 20.000 άνδρες του Βλαδιμηρέσκου, κυρίως Σλάβοι και Αρβανίτες, περνάνε στο στρατόπεδο των Φιλικών, γεγονός που εντείνει τις διαφορές μεταξύ των δύο επαναστατών.

Με την ένταση μεταξύ τους να βρίσκεται στο ζενίθ, ο Βλαδιμηρέσκου εκκινεί διαπραγματεύσεις με τον Σουλτάνο, οι οποίες όμως λήγουν χωρίς επιτυχία. Στα τέλη Απριλίου, 20.000 με 32.000 Οθωμανικά στρατεύματα εισέρχονται στις Ηγεμονίες, προχωρώντας (κατά το συνηθισμένο τους) σε σφαγές και λεηλασίες. Στην πρώτη μάχη που δίνεται, την 1η Μαΐου στο Γαλάτσι, 600 Κρητικοί υπό τον Αθανάσιο Καρπενησιώτη πολεμούν ηρωικά εναντίον 5.000 Τούρκων, εκ των οποίων 3.000 ιππείς, και καταφέρνουν να τους συγκρατήσουν για μία ολόκληρη μέρα. Στο τέλος της μάχης οι 20 επιζώντες αναγκάζονται να υποχωρήσουν.

Στα μέσα Μαΐου, οι Οθωμανοί φτάνουν έξω από το Βουκουρέστι. Ο Βλαδιμηρέσκου αποφασίζει υποχώρηση, εξοργίζοντας το Ελληνικό στρατόπεδο. Ο Υψηλάντης δεν μπορεί να δεχθεί κι άλλη πρόκληση. Στις 21 Μαΐου, πράκτορες της Φιλικής Εταιρείας εισέρχονται στο στρατόπεδο του Βλαδιμηρέσκου, τον συλλαμβάνουν και τον εκτελούν. Οι αλλεπάλληλες αποχωρήσεις οπλαρχηγών από τον Βλάχικο στρατό και οι σκληρές τακτικές με τις οποίες επέβαλλε πειθαρχία στο στράτευμα έχουν οδηγήσει σε παντελή απώλεια της δημοφιλίας του. Έτσι, όταν εισέρχονται στο στρατόπεδό του οι Φιλικοί, κανένας στρατιώτης δεν προβάλλει αντίσταση.

Μπροστά στην Οθωμανική προέλαση, η οποία ματαιώνει τις ελπίδες του για έλεγχο της περιοχής, ο Υψηλάντης αποφασίζει να εγκαταλείψει την Μολδοβλαχία και να κατέλθει, μέσα από τα Βαλκάνια, προς τον επαναστατημένο Ελληνικό κορμό. Προς εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, επιλέγει να διεξάγει τακτικό αγώνα και υποχωρεί στους πρόποδες των Καρπαθίων. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν αποδίδει καρπούς, και η πρώτη μάχη του, στην Μονή Νοτσέτου, παρ’ ότι ξεκινάει ευνοϊκά, μετά από κακή συνεννόηση μεταξύ των οπλαρχηγών, καταλήγει σε ήττα των Ελλήνων. Ο Υψηλάντης υποχωρεί και στρατοπεδεύει στο Ρίμνικο, με 5.000 πεζούς, 2.500 ιππείς και 4 πυροβόλα. Απέναντί του, στο χωριό Δραγατσάνι, έχει στρατοπεδεύσει ένα απόσπασμα προκαλύψεως 2.000 Οθωμανών ιππέων.

Στις 7 Ιουνίου, οι Οθωμανοί ξεκινούν εκκένωση του χωριού ώστε να μεταβούν σε καλύτερη θέση. Ο οπλαρχηγός Βασίλειος Καραβίας, βλέποντας τον Οθωμανικό Στρατό να υποχωρεί, ευελπιστώντας να εκμεταλλευτεί τη σύγχυση, και να δρέψει προσωπικές δάφνες ως ο πρωτεργάτης της νίκης, επιτίθεται με το απόσπασμα 800 ιππέων του στο αποδιοργανωμένο Τουρκικό στράτευμα. Μαζί του προλαβαίνουν να επιτεθούν μόνο οι Ιερολοχίτες. Την προηγούμενη μέρα, οι 375 Ιερολοχίτες είχαν επιθεωρηθεί και τους είχε επιτραπεί η φυγή προς την ουδέτερη Τρανσυλβανία. Στο Δραγατσάνι επιτίθενται 373, με μόνο 2 βαριά τραυματίες να μην συμμετέχουν. Οι Οθωμανοί, μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, αναδιοργανώνονται και αντεπιτίθενται. Η Ελληνική μαχητικότητα δεν μπορεί να υπερνικήσει τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή των Τούρκων. Ο Καραβίας, με τους 60 ιππείς που του απομένουν, αναγκάζεται να υποχωρήσει και στο πεδίο της μάχης παραμένουν μόνοι τους οι Ιερολοχίτες, αρνούμενοι να παραδοθούν.

Σχηματίζουν τετράγωνο για να αντικρούσουν τις επελάσεις των Τούρκων Δελλήδων. Περικυκλώνονται. Ρίχνουν μέχρι να τελειώσουν τα πυρομαχικά τους, και τότε, όπως οι προκάτοχοί τους, πολεμούν με τις λόγχες τους. Ακάπνιστα παιδιά, νεαροί Έλληνες φοιτητές 18 και 20 χρονών, μάχονται σαν έμπειροι στρατιώτες, ρίχνονται με λύσσα και θάρρος αντάξιο των λαμπρότερων παραδειγμάτων της Φυλής τους. Ο Οθωμανός διοικητής, αναγνωρίζοντας την ανδρεία τους, τους προτρέπει να παραδοθούν, εγγυώμενος τη ζωή τους. Η απάντηση έρχεται αμέσως, με μια φωνή.

«Οι Έλληνες δεν παραδίνονται!»

Κανείς τους δεν τρέχει να σωθεί. Νέοι λαμπροί, με όλη τους τη ζωή να τους περιμένει, μάχονται υπέρ πίστεως και πατρίδος, χαιρετώντας το θάνατο. Στέκονται και θερίζονται από τα συνεχή τουρκικά πυρά και τις αδιάκοπες εφόδους, αλλά ποτέ δεν σαστίζουν, ποτέ δεν σπάνε, μόνο αγέρωχα μάχονται και «δείχνουν στον κόσμο αυτό, πώς μένει το θάρρος άπαρτο και φρούριο η τιμή».

Η ηρωική τους στάση, όπως και αυτή των ομώνυμών τους 2.160 έτη πρότερα, στις Βοιωτικές κοιλάδες, πληρώνεται με βαρύ φόρο αίματος. Με το πέρας της μάχης, διακόσιοι Ιερολοχίτες κείτονται νεκροί, και ανάμεσά τους, όλοι οι εκατόνταρχοί τους. Τριάντα επτά, όλοι τους βαριά τραυματίες, αιχμαλωτίζονται από τους Οθωμανούς. Θα μεταφερθούν στην Πόλη και θα εκτελεσθούν. Μόνο 136 θα διασωθούν, μετά από τη γενναία επέμβαση του καπετάνιου Γιωργάκη Ολύμπιου, μαζί με τη σημαία του Λόχου, που περισυλλέγεται από τα άψυχα χέρια του σημαιοφόρου. Ο Ιερός Λόχος ως στρατιωτική μονάδα αποτελεί παρελθόν.

Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι, η Επανάσταση στην Μολδοβλαχία έχει κριθεί. Περίπου ο μισός στρατός του Υψηλάντη λιποτακτεί, ενώ οι άλλοι μισοί διαλύονται. Ο ίδιος την επομένη, με διαταγή του, διαλύει και επισήμως το στράτευμα, κατηγορώντας τους ανυπάκουους επιτελείς του, τους μεν για ασυνεσία, τους δε για απραξία. Φτάνει μέχρι το σύνορο με την Αυστρία με 13 συντρόφους του και τα στρατεύματα που του έχουν παραμείνει πιστά. Ο Σουλτάνος τον κυνηγάει και ο Τσάρος τον έχει αποκηρύξει, αλλά και πάλι, είναι βαριά η απόφαση να εγκαταλείψει τις Ηγεμονίες. Στέκεται εκεί τρεις μέρες. Τελικά διασχίζει τα σύνορα, και παραδίδεται στους Αυστριακούς. Θα φυλακιστεί σε άθλιες συνθήκες, που θα του προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία θα τον οδηγήσουν στον θάνατο, μόλις 2 μήνες μετά την αποφυλάκισή του, στις 19 Ιανουαρίου του 1828, σε ηλικία 36 ετών. Μαθαίνοντας πως ο Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της ελευθέρας Ελλάδος, θα αναφωνήσει «Δόξα σοι ο Θεός» και θα αρχίσει να προσεύχεται με τα μάτια ψηλά στον ουρανό· προτού προλάβει να τελειώσει το «Πάτερ Ημών», θα αφήσει την τελευταία του πνοή.

Οι διασπαρθείσες Ελληνικές δυνάμεις χωρίζονται σε δύο μεγάλα αποσπάσματα. Το πρώτο, με 500 άνδρες και επικεφαλής τον Αθανάσιο Καρπενησιώτη, προσπαθεί να διαφύγει προς την Ρωσία. Δέκα ημέρες μετά το Δραγατσάνι, οι Τουρκικές δυνάμεις τους προλαβαίνουν στο Σκουλένι, ενώ διαβαίνουν τον Προύθο. Δώδεκα χιλιάδες Οθωμανοί ρίχνονται πάνω στους Έλληνες, οι οποίοι καταφέρνουν να τους αποκρούσουν για 8 ώρες, προξενώντας υπερπενταπλάσιες απώλειες. Περίπου 120 Έλληνες θα κατορθώσουν να διαφύγουν. Ο Καρπενησιώτης, όταν του τελειώνουν τα πυρομαχικά, πετάει τα δύο του πιστόλια στο ποτάμι, και εφορμώντας με το σπαθί του περνάει στην αθανασία.

Το δεύτερο απόσπασμα, γύρω στους 800 άνδρες, με επικεφαλής τους Ολύμπιο και Φαρμάκη, κινείται προς την Βεσσαραβία, θεωρώντας πως από εκεί θα μεταβούν ευκολότερα προς τον νότο, ώστε να συνενωθούν με τους επαναστατημένους Έλληνες του Μοριά και της Ρούμελης. Μέχρι την αρχή του Σεπτεμβρίου έχουν παραμείνει 350 άνδρες, το τελευταίο στρατιωτικό σώμα στις Ηγεμονίες. Οι δύο αρχηγοί αποφασίζουν να εγκατασταθούν προσωρινά στη μονή Σέκκου, όμως οι Οθωμανοί τους προλαβαίνουν. Αναγκάζονται να αμυνθούν. Από τις 6 Σεπτεμβρίου οι Έλληνες υπερασπίζονται τη μονή με μεγάλη επιμονή και θάρρος, προκαλώντας φοβερές απώλειες στους Τούρκους. Παρά ταύτα, οι γραμμές σπάνε. Ο Ολύμπιος κλείνεται στο κωδωνοστάσιο, που έχει μετατραπεί σε μπαρουταποθήκη, με 7 ή 11 συναγωνιστές του. Οι Τούρκοι σιμώνουν. Ο Ολύμπιος ζητάει από όποιον σύντροφό του θέλει να γλυτώσει να φύγει. Όλοι τους μένουν. Καθώς οι πρώτοι Οθωμανοί μπαίνουν στην αίθουσα, ο Γιωργάκης Ολύμπιος πυροβολεί ένα βαρέλι με πυρίτιδα, ανατινάζοντας τον εαυτό του, τους συναγωνιστές του, αλλά και τους δεκάδες Τούρκους που τους έχουν περικυκλώσει.

Ο Φαρμάκης συνεχίζει την αντίσταση, ώσπου η πείνα και οι τραυματισμοί τον αναγκάζουν να παραδοθεί στις 23  Σεπτεμβρίου, μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις, που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση του Αυστριακού διπλωματικού ακολούθου και εγγυήσεις για τη ζωή των ανδρών του. Οι Τούρκοι θα παραβιάσουν τη συμφωνία, και θα τους στείλουν στην Πόλη, όπου και θα αποκεφαλιστούν. Από αυτό τον τραγικό επίλογο της Επαναστάσεως στη Μολδοβλαχία θα σωθούν μόνο 33 άνδρες, οι οποίοι θα διαφύγουν το βράδυ, 22 προς 23 Σεπτεμβρίου.

Η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία υπήρξε στρατιωτική και πολιτική αποτυχία. Οι μάχες, μολονότι ένδοξα δείγματα της λαμπρής πολεμικής αρετής και γενναιότητας των Ελλήνων, κατέληξαν σε ήττες των Ελληνικών δυνάμεων και στο θάνατο ή την αιχμαλωσία πολλών και σημαινόντων οπλαρχηγών. Το τόσο ανεπτυγμένο δίκτυο της Φιλικής Εταιρείας στις Ηγεμονίες, όσο και η Φιλική Εταιρεία αυτή καθαυτή, ουσιαστικά αφανίστηκε, και οι Έλληνες Ηγεμόνες αντικαταστάθηκαν από Ρουμάνους, αποδυναμώνοντας σημαντικά τους Φαναριώτες.

Παρά τις επιπτώσεις της, όμως, η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία αποτέλεσε το θεμέλιο του Εθνοσωτήριου Αγώνος. Κάθε Οθωμανός, ο οποίος κατέστειλε το κίνημα στις Ηγεμονίες, ήταν ένας Οθωμανός ο οποίος δεν μπορούσε να συμμετάσχει στην καταστολή της Επαναστάσεως στον Ελληνικό κορμό, επιτρέποντάς της να επικρατήσει τις καθοριστικές πρώτες στιγμές και να στεριώσει. Μόνες τους, οι δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη και οι τοπικές φρουρές αδυνατούν να κάμψουν την αντίσταση των Ελλήνων, και όταν οι Τούρκοι καταφέρνουν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και εκστρατεύουν το 1822, ο Κολοκοτρώνης συναντά τον Δράμαλη σε θέση ισχύος, με μεγάλες εκτάσεις και σημαντικές πόλεις ασφαλώς υπό τον έλεγχό του.

Η αξία, όμως, του Αγώνα στη Μολδοβλαχία δεν έγκειται στις απώλειες των Οθωμανών ή στα στρατηγικά πλεονεκτήματα. Σε μία περίοδο όπου οι Ευρωπαίοι αξιολογούσαν το Ελληνικό Έθνος μέσω του ιδανικού της Αρχαίας Ελλάδας και το έβρισκαν ελλιπές, όπου ο Βύρων αναρωτιόταν «Πότε ὅμοιος μ’ ἐκείνους θὰ φανεῖ τις ἥρως νέος», οι αγωνιστές της Μολδοβλαχίας, πολεμώντας με αυτοθυσία ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, αποτέλεσαν μία πανηγυρική κατάφαση, μία απάντηση: «Ἐνταῦθα κείνται οἱ τριακόσιοι τῆς νέας Σπάρτης, μὴ φροντίσαντες νὰ μᾶς εἰπῶσιν οὐδὲ τὰ ὀνόματά των».

Αυτός ο πρώτος ξεσηκωμός, όπως και άλλα γεγονότα της Επαναστάσεως, όπως η εκστρατεία του Λιβάνου και η εξέγερση της Χιμάρας, είναι συνεχής υπενθύμιση πως η Ελλάς και ο Ελληνισμός δεν περιορίζονται στα σύνορα του σύγχρονου κράτους της Ελλαδίτσας, αλλά υπάρχουν ακόμη χώματα των οποίων την Ελληνικότητα της ιστορικής μας παρουσίας έχει σφραγίσει ανεξίτηλα το αίμα των ηρώων μας, που καρτερικά μας περιμένει να γυρίσουμε και να το δικαιώσουμε, είτε ως φίλοι εγκάρδιοι και σύντροφοι, όπως η Μολδοβλαχία, είτε ως απελευθερωτές.

Αθάνατοι οι πεσόντες!

Ζήτω η Αιωνία Ελλάς!

Σχετικά άρθρα

Ο σύγχρονος άνθρωπος ως υποκείμενο της νεωτερικότητας

Ο 21ος αιώνας, σύμφωνα με τον Francis Fukuyama, είναι ο αιώνας των νεκρών ιδεολογιών και η εποχή της πλήρους πνευματικής αποσύνθεσης. Στην ουσία, όμως, η εποχή του Νεωτερισμού βρίσκεται στο τέλος της, γεγονός που οδηγεί στην αναθεώρηση του ρομαντισμού που γέννησε τον φιλελευθερισμό τον 18ο αιώνα. Η εποχή της αριστοκρατικής λογικής που εκφραζόταν μέσω της […]

Η Μέση Ανατολή και η στάση των Ελλήνων Εθνικιστών

Ι)  Ισραήλ και Ελλάδα Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης είναι το θέμα των ημερών και όχι αδίκως. Εδώ και δύο χρόνια, το Ισραήλ έχει προχωρήσει σε μια στρατηγική “exterminator” στη Γάζα, με τη συστηματική στοχοποίηση χιλιάδων αμάχων, η οποία, σύμφωνα με διεθνείς παρατηρητές, μπορεί να χαρακτηριστεί ως […]