Μεσολόγγι, η μάνα της νέας Ελλάδος

Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου, καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κ᾿ εὑρέθηκα  σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι ῾ς τὸ μύλο ποὺ ἀλέθει  ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο ῾ς τὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει᾿ ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε  τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε  τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό᾿ ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα  μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάνω δέηση, καὶ ἰδοὺ μές᾿ ῾ς τὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα  μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κ᾿ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνή, ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου, ἄρχισε· 

«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη ῾ς τὸν ὦμο,
Κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ, 

Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.» 

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (σχεδίασμα α’), Διονύσιος Σολωμός 

Σαν σήμερα πριν από 200 ακριβώς έτη, ξημερώνοντας η 11η Απριλίου 1826, έλαβε χώρα  η μεγαλύτερη στιγμή της Εθνεγερσίας, η Έξοδος του Μεσολογγίου. 

Το Μεσολόγγι, από όταν μπαίνει στον Αγώνα, τον Μάϊο του 1821, είναι κεντρικής  σημασίας. Η θέση του και η ιδιαίτερη γεωγραφία του οδηγούν στο να λειτουργήσει ως το  αντίβαρο στο Οθωμανικό φρούριο των Ιωαννίνων και ως η βάση της Ελληνικής εξουσίας  στην Δυτική Ελλάδα. Πριν την μεγάλη πολιορκία του 1825-1826, οι Οθωμανοί έχουν ήδη  εκστρατεύσει δις εναντίον του Μεσολογγίου και των γύρω περιοχών, αλλά έχουν

αποκρουσθεί, με σημαντικές απώλειες για τους Έλληνες, όπως τον αετό του Σουλίου,  Μάρκο Μπότσαρη, ο οποίος αφήνει την τελευταία του πνοή στην μάχη του  Κεφαλοβρύσου, το 1823, κατά την δεύτερη εκστρατεία. 

Όμως, οι συνεχείς αποτυχίες πεισμώνουν τους Οθωμανούς, και το 1825 αναθέτουν στον  Κιουταχή, τον ικανότερο στρατηγό τους, την κατάληψη του Μεσολογγίου. Απέναντι σε  30.000 στρατό, κυρίως Τουρκαλβανούς, οι Έλληνες έχουν να προτάξουν γύρω στους 3.000  άνδρες, οι οποίοι υπερασπίζονται 13.000 γυναικοπαίδων και ηλικιωμένων. Η πολιορκία  είναι καλά οργανωμένη και ο ανεφοδιασμός της πόλεως δύσκολος, ωστόσο οι Μιαούλης και Σαχτούρης καταφέρνουν με τολμηρές δράσεις να σπάνε τον αποκλεισμό. Οι συνεχείς  επιθέσεις των Οθωμανών προκαλούν απώλειες στους αμυνομένους, αλλά τον Ιούνιο του  1825 στην πόλη θα καταφτάσει ο Κίτσος Τζαβέλας με τους Σουλιώτες του, πλαισιώνοντας  την αποδεκατισμένη φρουρά. Στήριγμα της πόλεως και της φρουράς σε όλη την διάρκεια  της πολιορκίας βρίσκεται ο Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης Ιωσήφ, φλογερός ιερέας που  εμψυχώνει όλους τους πολιορκημένους. 

Στα τέλη του 1825, η πολιορκία μπαίνει στην δεύτερη φάση της, καθώς καταφτάνει ο  Ιμπραήμ με ενισχύσεις πάνω από 15.000 στρατιώτες και με σημαντικό συμμαχικό ναυτικό.  Ο Ελληνικός στόλος, μετά από τις μεγάλες ναυμαχίες εναντίον του Μπραήμη, πλέον είναι  αποδυναμωμένος, και ο Μιαούλης καταφέρνει να ανεφοδιάζει την πόλη πολύ πιο αραιά.  Το Μεσολόγγι σχεδόν αποκόβεται. Ο χρόνος αρχίζει να μετράει αντίστροφα, αλλά οι  Έλληνες συνεχίζουν να μάχονται, και να μάχονται ενεργητικά και περήφανα,  πραγματοποιώντας συχνές επιδρομές και εφορμήσεις.  

Δυστυχώς, ο αποκλεισμός δεν αργεί να αποφέρει καρπούς. Τα τρόφιμα, ήδη λιγοστά από  τα μέσα Φλεβάρη, εξαντλούνται σε σημείο που από τις 10 Μαρτίου διακόπτεται ακόμη και  η διανομή άρτου στην φρουρά. Οι κάτοικοι αναγκάζονται να τραφούν με ό,τι βρίσκουν·  στην αρχή με τα αλμυρίκια, μετά με γαϊδούρια, άλογα, με γάτες, σκύλους, όταν σφάζονται  και οι τελευταίοι, με ποντίκια, και, σε ένα ζενίθ πείνας και απελπισίας, με τα πτώματα. Οι  ασθένειες θερίζουν τους πεινασμένους και ασφυκτικά στιβαγμένους Μεσολογγίτες, αλλά  ούτε ο λιμός ούτε ο λοιμός είναι ικανοί να σπάσουν το ηθικό των πολιορκημένων. Ο  Ιμπραήμ ζητάει την παράδοση της πόλεως, όμως η φρουρά, καθάριοι Έλληνες, του 

απαντάει με την ίδια αδάμαστη Ελληνική Ψυχή που απάντησε στον Ξέρξη στις  Θερμοπύλες, που απάντησε στον Μωάμεθ στην Κωνσταντινούπολη. 

«Τὸ κᾶστρο […] μας θέλεις; Τὰ κλειδιὰ του εἶναι κρεμασμένα στὰ κανόνια μας! Ἔλα  νὰ τὰ πάρης!» 

Οι νικώντες επί τρίμηνο τον “ανίκητο” Ιμπραήμ και επί δωδεκάμηνο τον φοβερό Κιουταχή  δεν καταδέχονται να παραδοθούν. Η πόλη θα καταστραφεί, και οί κάτοικοί της είναι  έτοιμοι να θαφτούν κάτω από τα ερείπια 

Τέλη Μαρτίου σημειώνεται η μεγαλύτερη νίκη της πολιορκίας. Οι Τουρκαιγύπτιοι  επιχειρούν, με 6.000 επιλέκτους στρατιώτες, να καταλάβουν το νησί της Κλείσοβας, πύλη  από θαλάσσης για το Μεσολόγγι. Οι 130 υπερασπιστές, υπό τον Κίτσο Τζαβέλα, τους  προξενούν 3.500 απώλειες, με δυσανάλογα πολλούς αξιωματικούς, και καταστρέφουν το  αποβατικό απόσπασμα. Όμως η Κλείσοβα είναι το τελευταίο νησί της Λιμνοθάλασσας στα  χέρια των Ελλήνων. Το Βασιλάδι, η Μαρμαρού, το Αιτωλικό έχουν πέσει, και με την  κατάληψή τους κόβεται και η τελευταία γραμμή, έστω και ισχνού, ανεφοδιασμού. Σαν να  μην έφτανε αυτό, η φυματίωση, που βρίσκεται σε έξαρση στην περιοχή, φτάνει και στο  στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, που δρούσε προς υποστήριξη λίγο ανατολικότερα, και  αποδυναμώνει αισθητά τον στρατό του. 

Οι πολιορκημένοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη στιγμή. Βοήθεια από την θάλασσα πλέον δεν  μπορεί να έρθει. Η μοναδική ελπίδα βοήθειας από την στεριά έχει αναγκαστεί να  υποχωρήσει. Τα τρόφιμα έχουν στερέψει, γράφουν οι ίδιοι οι αμυνόμενοι στις 8 του Απρίλη πως «ἐὰν μίαν ἡμέραν ὑπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν ἀποθάνει ὄρθιοι εἰς τοὺς  δρόμους ὅλοι». Η συνέχιση της άμυνας καταντάει αδύνατη. Οι Μεσολογγίτες, νικητές στα  πεδία των μαχών και με το ηθικό άκαμπτο, αναγκάζονται τώρα να εγκαταλείψουν την πόλη  λόγω ελλείψεως τροφίμων και πολεμοφοδίων. Κι εδώ ακριβώς ἐρχεται η μεγάλη στιγμή  του Αγώνα· οι πολιορκημένοι δεν σκέφτονται στιγμή να παραδοθούν, αλλά,  συγκεντρωμἐνοι στον Άγιο Σπυρίδονα, αποφασίζουν την Έξοδο, την αιφνιδιαστική  επίθεση και διάσπαση του κλειού. 

Υπό την αρχηγία του Νότη Μπότσαρη, του Δημητρίου Μακρή, του Κίτσου Τζαβέλα, και  του Αθανασίου Ραζηκώτσικα, όλοι οι εναπομείναντες υγιείς άνδρες της πόλεως, 3.500,  οργανώνονται σε τρεις μονάδες, με όσα γυναικόπαιδα έχουν την δύναμη να συμμετάσχουν,  επίσης περίπου 3.500, τοποθετημένα στην μέση. Ξημερώνοντας Κυριακή των Βαΐων, θα  εφορμούσαν, συντονισμένα με ό,τι δυνάμεις μπορούσε να συγκεντρώσει ο Καραϊσκάκης,  και, ξαφνιάζοντας τους ανυποψίαστους Τουρκαιγυπτίους, θα διέφευγαν, καταστρέφοντας  μεγάλο μέρος τους. Οι υπόλοιποι Μεσολογγίτες, γύρω στους 2.000 αρρώστους,  ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα, αρχικά σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν για να μην πέσουν  στα χέρια των Τούρκων, αλλά μετά από παρέμβαση του Ρωγών Ιωσήφ, αποφασίζουν να  παραμείνουν ζωντανοί στην πόλη, και να υποδεχθούν τους Τούρκους με ανοιχτά παράθυρα  και τα καριοφύλια στα χέρια, έτοιμοι να ανατιναχθούν όταν οι Οθωμανοί θα πλησιάζουν. 

Τα πράγματα από την πρώτη στιγμή εξελίσσονται ενάντια στα σχέδια των Ελλήνων. Η  φυματίωση προξενεί σημαντικές απώλειες στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, και τον  εμποδίζει από το να μπορέσει να συμμετάσχει ουσιαστικά στην μάχη. Επιπροσθέτως, ένας δραπέτης Βούλγαρος αιχμάλωτος καταφέρνει να φτάσει στον Ιμπραήμ και να του  μεταφέρει το Ελληνικό σχέδιο. Όταν οι πρώτοι Έλληνες βγαίνουν από την πύλη, οι  Τουρκαιγύπτιοι είναι έτοιμοι, σε θέσεις βολής. Οι προμαχώνες, σημεία εκκινήσεως της  Εξόδου, έχουν αποκλειστεί. Οι πρώτοι χίλιοι μαχητές καταφέρνουν, παρά την σθεναρή  αντίσταση, να περάσουν την τάφρο και αρχίζουν να βγαίνουν από την πόλη· πίσω τους  ξεκινάνε τα γυναικόπαιδα, το δεύτερο, το τρίτο σώμα. Παρά το ότι δεν έχουν μαζί τους το κρίσιμο στοιχείο του αιφνιδιασμού, οι Έλληνες —με δυσκολία— νικάνε, η ορμή της  φάλαγγας πέφτει πάνω στους Οθωμανούς και τους παραμερίζει. 

Και τότε, μέσα στην σύγχυση, ακούγεται από κάπου η κραυγή “οπίσω!”. Κάποιοι αρχίζουν  να υποχωρούν και βρίσκουν πάνω στα στρατιωτικά σώματα που βγαίνουν, προσπαθούν να  γυρίσουν μέσα στην πόλη, και μαζί τους, εκμεταλλευόμενοι την ταραχή, εισέρχονται στο  Μεσολόγγι οι πρώτοι Τούρκοι, σφάζοντας, βιάζοντας και λεηλατώντας. Κάποιοι  συνεχίζουν μπροστά, η εμπροσθοφυλακή προχωράει και αποκόβεται, κάποιοι λίγοι των  πίσω σωμάτων καταφέρνουν μαχόμενοι να ξεφύγουν από την πόλη. Εν τέλει, μόλις 1.300  από αυτούς, με 100 γυναικόπαιδα, θα φτάσουν, μετά από σκληρές μάχες, αποδεκατισμένοι  στην Άμφισσα, απ’ όπου θα συνεχίσουν τον Αγώνα.

Μέσα στο Μεσολόγγι επικρατεί η Κόλαση. Εξελίσσονται οδομαχίες με απερίγραπτη  βαναυσότητα. 400 κάτοικοι, τραυματίες, γέροντες, γυναικόπαιδα, αμύνονται μαζεμένοι  στο σπίτι του δημογέροντα Χρήστου Καψάλη, που λειτουργεί ως μπαρουταποθήκη. Όταν  τελειώνουν τα πυρομαχικά, ο Καψάλης βάζει τις πιο όμορφες κοπέλες στα περβάζια, για  να δελεάσει τους Τούρκους· αυτοί τρέχουν να τις πάρουν λάφυρα. Σαν σιμώσουν καλά οι  Αγαρηνοί, ο Καψάλης, σαν άλλος Σαμουήλ στο Κούγκι, σαν άλλος Ολύμπιος στην μονή  του Σέκκου, ανάβει την πυρίτιδα και ανατινάζεται, παίρνοντας μαζί του εκατοντάδες  Τούρκους. Παρόμοια συμβάντα, μικρότερης κλίμακας, εξελίσσονται παντού στην πόλη· 2.000 πυρπολούνται, 3.000 σκοτώνονται και 1.000 αιχμαλωτίζονται. Μέχρι το τέλος της  ημέρας, στα ερείπια της πόλεως κυματίζει η ημισέληνος. Η μάχη συνεχίζεται για δύο  μέρες, ώσπου, στις 12 Απριλίου, ο τελευταίος αντιστεκόμενος, ο Ρωγών Ιωσήφ,  κυκλωμένος, ανατινάζεται στον Ανεμόμυλο. 

«Μάγεμα ἡ φύσις κι᾿ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη, 

Ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι· 

Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κρένει: 

Ὅποιος πεθάνῃ σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει. 

Τρέμ᾿ ἡ ψυχὴ καὶ ξαστοχᾶ γλυκὰ τὸν ἑαυτό της.» 

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Σχεδίασμα β’), Διονύσιος Σολωμός 

Κι όμως, σήμερα αποφασίζουν να πεθάνουν οι Μεσολογγίτες. Σήμερα, μέσα στην Άνοιξη,  μέσα στην Ζωή, μέσα στον θρίαμβο της Κυριακής των Βαΐων και τον επικείμενο θρίαμβο  της Αναστάσεως. Χίλιες φορές πεθαίνουν, εθελούσια, κι ο θάνατός τους γίνεται παροδικός,  κι αμέσως σχεδόν ανασταίνονται, περνάνε στην Αθανασία στο Πάνθεον των Ηρώων του  Γένους, στις πιο ψηλές θέσεις, κι είναι ο δαυλός του Καψάλη αυτός που ανάβει τα κανόνια  στην Πέτρα το 1829, όταν οι Τούρκοι εκδιώκονται πλέον οριστικά από την Ρούμελη. 

Το Μεσολόγγι, η πολιορκία και η Έξοδος, είναι η μεγαλύτερη στιγμή του Αγώνα. Χωρίς  την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων του, που δεσμεύσανε υπό άθλιες συνθήκες τόσες 

πολλές Οθωμανικές δυνάμεις επί έναν χρόνο, οι μεγάλες επιτυχίες στην υπόλοιπη Στερεά  Ελλάδα ποτέ δεν θα μπορούσαν να είχαν συμβεί, δεν θα ξαναφούντωνε εκεί ο ως τότε  σβησμένος Αγώνας και πιθανότατα τα σύνορα οποιουδήποτε μελλοντικού Κράτους —αν  υπήρχε— θα βρίσκονταν στον Ισθμό. Όμως, κι αυτό είναι πιο σημαντικό από οποιοδήποτε  στρατιωτικό όφελος, στο Μεσολόγγι, ξάδελφο του Σουλίου και του Ζαλόγγου, του  Δραγατσανίου, των Θερμοπυλών, εμφανίζεται ίσως πιο καθάρια από ποτέ το πιο  χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ελληνικής Φυλής· η καταφρόνηση του θάνατου μπροστά  στην Τιμή και στην Δόξα, η εσωτερική προσταγή της Θυσίας, διότι γνωρίζουμε πως μόνο  αυτή οδηγεί προς την Νίκη. Οι Μεσολογγίτες δεν προσπάθησαν απλώς να διαφύγουν ή να  παραδοθούν, αλλά υπερήφανοι και αξιοπρεπείς πολέμησαν, και έκαναν την Έξοδο για να  μπορέσουν να συνεχίσουν να πολεμάνε. Με αρετή, με τόλμη, ενσάρκωσαν το ρητό του  Θουκυδίδη “ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον” και υπήρξαν μέχρι τέλος Έλληνες Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ο Ι. Μπροστά σε αυτούς τους ήρωες, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να κλίνουμε  ευλαβικά το κεφάλι και να προσπαθούμε συνεχώς να να πληρώσουμε τα λόγια του  Δημήτριου Υψηλάντη: 

«Σᾶς φοβίζει ἡ πτῶσις τοῦ Μεσολογγίου; Ἀφιερωθεῖτε, ὡς εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀγῶνος,  εἰς τὴν χαρακτηριστικὴν ἐνέργειαν καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Τὸ στῆθος  κάθε Ἕλληνος ἂς γίνη δεύτερον Μεσολόγγι!» 

Αθάνατοι οι πεσόντες! 

Ζήτω η Αιωνία Ελλάς! 

Σχετικά άρθρα

Η σφαγή των Χριστιανών της Συρίας και η σιωπή της Δύσης

Μετά την ανατροπή του Μπασάρ Αλ Άσαντ, ήταν αναμενόμενο οτι θα ακολουθούσε μια σειρά διωγμών και σφαγών εναντίον των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων της Συρίας. Μιας χώρας, η οποία από την εποχή των ελληνιστικών χρόνων, χαρακτηρίζεται από πανσπερμία λαών, οι οποίοι ζούσαν σε ένα πλαίσιο σταθερότητας, συνεργασίας και πολιτικής ηρεμίας, διατηρώντας την πολιτισμική τους ταυτότητα. […]

1η Νοεμβρίου 2013

9 mm Μερικά χρονιά μετά την απαρχή της νέας χιλιετίας και αφότου η Ελλάδα στην παραζάλη της καθ‘ όλα «πετυχημένης» μεταπολιτευτικής της πορείας έζησε και το όνειρο του 2004, μία περιορισμένης έκτασης οικονομική κρίση την απογυμνώνει στα μάτια μεγάλου μέρους Ελλήνων πολιτών. Σιγά σιγά, αρχίζουν να συνειδητοποιούν ακόμη και την δική τους ενοχή στην καταστροφική […]