Συμφωνία ΕΕ – MERCOSUR

Ένα από τα κύρια αιτήματα των αγροτικών σωματείων στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι η κατάργηση της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου που έχει συναφθεί μεταξύ ΕΕ και του Mercosur. Η συγκεκριμένη εκτεταμένη εμπορική συμφωνία για άνοιγμα των αγορών αναμένεται να οδηγήσει στην εισαγωγή φθηνών προϊόντων στην Ευρώπη, απειλώντας την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων παραγωγών. Το Mercosur είναι ένας εμπορικός συνασπισμός χωρών της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη και Βολιβία) που ιδρύθηκε το 1991. Η συμφωνία, η οποία εγκρίθηκε από την ΕΕ μετά από 26 χρόνια διαπραγματεύσεων, θα διευκολύνει τις εισαγωγές αγροκτηνοτροφικών προϊόντων από τις χώρες του Mercosur (όπως βόειο κρέας, πουλερικά, ζάχαρη, ρύζι, μέλι, σόγια) σε μεγάλες ποσότητες και με σχεδόν μηδενικούς δασμούς. Παράλληλα, αναμένεται να καταργήσει τους δασμούς στο 91% των Ευρωπαϊκών προϊόντων, ενισχύοντας τις εξαγωγές προς τις χώρες του Mercosur βιομηχανικών προϊόντων (όπως οχήματα και μηχανήματα), φαρμακευτικών και χημικών ειδών αλλά και αγροδιατροφικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Οι υποστηρικτές της συμφωνίας θεωρούν ότι θα τονωθεί η Ευρωπαϊκή οικονομία καθώς, μεταξύ άλλων, θα βελτιωθούν και οι σχέσεις με χώρες που διαθέτουν πολύτιμα ορυκτά, όπως το λίθιο. Αν και ακούγεται δελεαστική μια τέτοια συμφωνία, ως προς την ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, οι επικριτές της υποστηρίζουν ότι στην πράξη, η πραγματικότητα θα είναι τελείως διαφορετική, καθώς αναμένεται να επηρεαστεί αρνητικά ο αγροτικός και κτηνοτροφικός τομέας της Ευρώπης που ήδη υποφέρει. Η συγκεκριμένη συμφωνία θα ανοίξει την αγορά σε φθηνά αγροκτηνοτροφικά προϊόντα αμφιβόλου ποιότητας, λόγω χρήσης φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων και ορμονών που απαγορεύονται στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί εντός της ΕΕ, καλούνται να συμμορφωθούν  με τους  περιορισμούς  της  Πράσινης Μετάβασης, τους κανόνες στη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, καθώς και με τα αυστηρά πρότυπα ευζωίας των ζώων, τα οποία αυξάνουν το κόστος παραγωγής. Είναι προφανές, ότι η αύξηση των εισαγωγών από χώρες με χαμηλότερο κόστος παραγωγής και λιγότερο αυστηρούς περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς κανόνες, θα αυξήσουν υπέρμετρα τον ανταγωνισμό, θα οδηγήσουν σε πτώση των τιμών πολύ κοντά, ίσως και κάτω του κόστους παραγωγής, πιέζοντας το αγροτικό εισόδημα και “πετώντας” τους μικρομεσαίους αγρότες έξω από την αγορά.

Για ακόμη μια φορά, φαίνεται ότι, η παγκοσμιοποιημένη ελίτ των Βρυξελλών, με το πρόσχημα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, θα συμβάλει στην πλήρη εξόντωση των Ευρωπαίων παραγωγών. Κερδισμένοι της υπόθεσης θα είναι οι πολυεθνικές εταιρίες μαζικής παραγωγής  τροφίμων που εδρεύουν στην ΕΕ, οι οποίες θα αποκτήσουν πρόσβαση σε φθηνή πρώτη ύλη. Επιπλέον, τα καρτέλ των μεγάλων βιομηχανιών, θα αυξήσουν τις εξαγωγές τους σε αυτοκίνητα, μηχανήματα και τεχνολογία, λόγω της άρσης των δασμών. Οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και των σκανδιναβικών χωρών, πιεζόμενες από τις εγχώριες μεγαλοβιομηχανίες, στήριξαν τη συμφωνία, όπως και η πλειονότητα των υπόλοιπων κυβερνήσεων, ενώ την καταψήφισαν η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Γαλλία, οι οποίες όμως δεν συγκέντρωσαν τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων για να την μπλοκάρουν. Το Βέλγιο ψήφισε αποχή, ενώ καθοριστικό ρόλο έπαιξε η αλλαγή στάσης της Ιταλίας, που συντάχθηκε με τις χώρες που τη στήριξαν. Η συμφωνία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ, ενώ εκκρεμεί η ψήφισή της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να τεθεί σε εφαρμογή, ένα εμπόδιο που θα ξεπεραστεί εύκολα καθώς οι μεγαλύτερες ευρωομάδες (EPP, S&D), έχουν ήδη ταχθεί υπέρ.

Η ευρωπαϊκή πολιτική, για ακόμη μια φορά, απειλεί να οδηγήσει τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο σε οικονομικό μαρασμό. Από την ένταξή μας στην ΕΕ το 1981, η πλειονότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών που εφαρμόστηκαν στον αγροκτηνοτροφικό τομέα, συνέβαλαν στη σταδιακή αποδυνάμωσή του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι επιδοτήσεις της δεκαετίας του ’80 για το θάψιμο αγροτικών προϊόντων, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της υπερπαραγωγής εντός της τότε ΕΟΚ, καταστρέφοντας  το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας στο γεωργικό τομέα. Όσον αφορά την τωρινή συμφωνία EE-Mercosur, αν και προβλέπονται ορισμένες δικλείδες ασφαλείας που θα προστατεύουν τα ελληνικά προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη, όπως η φέτα ΠΟΠ, και δημιουργούνται κάποιες ευκαιρίες για εξαγωγές ποιοτικών προϊόντων, τα οφέλη αναμένονται να είναι περιορισμένα σε σχέση με τις απώλειες που θα προκύψουν από την εισροή φθηνών εισαγόμενων προϊόντων. Οι χιλιάδες μικρομεσαίοι παραγωγοί, δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στον αυξημένο ανταγωνισμό και θα οδηγηθούν εκτός αγοράς.

Τις τελευταίες δεκαετίες παρακολουθούμε την Ευρώπη να οδηγείται σε σταδιακή παρακμή.  Μετά τη φθίνουσα πορεία της γεωπολιτικής της επιρροής, η συμφωνία EE-Mercosur φαίνεται να βάζει ταφόπλακα και στον πρωτογενή τομέα. Ο μικρομεσαίος παραγωγός, που για δεκαετίες αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας, δέχεται ακόμη ένα “χαστούκι” σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο, εν μέσω κρίσης αξιοπιστίας λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η κατάσταση αυτή αποκαλύπτει την εύθραυστη κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Έλληνας παραγωγός και αναδεικνύει την αναγκαιότητα στήριξής του. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη η θωράκισή του απέναντι σε κάθε μορφή εξωτερικού και αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και η έμπρακτη στήριξη του για τη διασφάλιση του εισοδήματός του. Ο πρωτογενής τομέας, για να καταστεί εθνική προτεραιότητα, θα πρέπει να τοποθετηθεί στον πυρήνα μιας μακροπρόθεσμης εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, απαλλαγμένης από την αδυσώπητη λογική της παγκοσμιοποιημένης αγοράς.

Σχετικά άρθρα

Αναρχία (2ο σκέλος): Ιδεολογική Αυταπάτη, αναρχικό Lifestyle, ο ρόλος τους στην ελληνική κοινωνία και παγκόσμια (ιδεολογική ανασκόπηση #3)

Μπορεί ο σύγχρονος αναρχισμός να θεωρηθεί ενα κίνημα κοινωνικής απελευθέρωσης ή τελικά εκφράζεται μέσα από ένα ατομικιστικό lifestyle που στηρίζει το ίδιο το σύστημα που ισχυρίζεται ότι πολεμά; Ας δούμε μερικά στοιχεία που δείχνουν οτι δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια κοινωνική αυταπάτη, ένα κίνημα αυθορμητισμού που βασίζεται στον ατομικισμό και σε ουτοπιστικές ιδέες που […]

Στον αντίποδα κάθε δημοκρατικού κομφορμισμού

Μία ιδέα, μία ιδεολογία, ένα σύνολο αξιών υπό τη σκέπη ενός τίτλου, χαρακτηρίζονται ιστορικά από τους ανθρώπους που τα εκπροσωπούν στην εποχή τους. Και σε κάθε εποχή θα υπάρχουν πολλοί οι οποίοι θα υποστηρίξουν μία ιδέα για λόγους τελείως διαφορετικούς μεταξύ τους, άλλοι οι οποίοι θα της ανοίξουν απλά δρόμο και πληθώρα αυτών που θα […]