Aux morts de février – Στους νεκρούς του Φεβρουαρίου
Les derniers coups de feu continuent de briller
Dans le jour indistinct où sont tombés les nôtres.
Sur onze ans de retard, serai-je donc des vôtres?
Je pense à vous, ce soir, ô morts de février.Fresnes, 1er février 1945.
Οι τελευταίοι πυροβολισμοί συνεχίζουν να λάμπουν
τη μέρα, μια μέρα πεζή,όπου έπεσαν οι δικοί μας.
Έντεκα χρόνια αργοπορημένος, θα είμαι λοιπόν ένας δικός σας;
Εσάς σκέφτομαι, αυτό το απόγευμα, ω νεκροί του Φλεβάρη.Fresnes, 1η Φλεβάρη 1945.
Η 6η Φεβρουαρίου είναι μία σημαντική ημέρα για τον Εθνικισμό γενικότερα και για τον Γαλλικό Εθνικισμό ειδικότερα. Τότε, το 1934, ξεσπάει η μεγαλύτερη Εθνικιστική εξέγερση εναντίον της Γ’ Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία καταπνίγεται βιαίως. Έντεκα χρόνια αργότερα, ένας από τους συμμετέχοντες σε αυτή, ο νεαρός Εθνικιστής ποιητής Robert Brasillach εκτελείται από το εκδικητικό καθεστώς της διαδόχου Δ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας με την κατηγορία της «πνευματικής συνεργασίας με τον εχθρό». Η 6η Φεβρουαρίου αποτελεί σημείο αναφοράς για τον Γαλλικό Εθνικισμό, με ετήσιες τελετές μνήμης και κεντρικό ρόλο στην Εθνικιστική μυθολογία. Αποτελεί όμως, για όλους τους Εθνικιστές, ευκαιρία μνήμης του άδικου χαμού ενός ανθού της Εθνικιστικής διανοήσεως, αλλά και μελέτης και αναστοχασμού πάνω σε γεγονότα που μπορεί να μην μας είναι γνωστά, αλλά που εκτυλίχθηκαν σε συνθήκες σίγουρα γνώριμες.
Το 1934 βρίσκει την Γαλλία σε ένα κλίμα πολιτικής αστάθειας, μετά από μια σειρά οικονομικών και πολιτικών σκανδάλων (με υπαιτίους τους συνήθεις υπόπτους), με αποκορύφωμα το σκάνδαλο Stavisky. Ο Alexandre Stavisky, Γάλλος πολίτης, αρχικά Εβραίος από την Ουκρανία, είχε καταφέρει να πλουτίσει μέσω της γνωστής απάτης της πυραμίδας (Ponzi), επωφελούμενος της νομικής καλύψεως που του προσέφερε ο δήμαρχος της Bayonne. Μετά από 19(!) συλλήψεις και άμεσες αποφυλακίσεις, την 20η φορά η υπόθεση λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις και διατάσσεται εισαγγελική έρευνα, η οποία αποκαλύπτει ένα τεράστιο δίκτυο πελατειακών σχέσεων, στο οποίο εμπλέκονται αξιωματικοί της αστυνομίας, αρχισυντάκτες γνωστών εφημερίδων, βουλευτές, υπουργοί, ακόμη και ο πρωθυπουργός. Εν τω μέσω των ερευνών, στις αρχές Ιανουαρίου, ο Stavisky εντοπίζεται νεκρός από πυροβολισμό από απόσταση περίπου τριών μέτρων, γεγονός που επισήμως καταγράφεται ως αυτοκτονία. Ξεσπούν διαδηλώσεις, με κυρίαρχη Εθνικιστική παρουσία, και η κυβέρνηση βρίσκεται πολύ κοντά στο να χάσει τη δεδηλωμένη.
Μέσα στην πυριτιδαποθήκη αυτή, η κυβέρνηση αποφασίζει να πετάξει τη σπίθα της αντικαταστάσεως του συντηρητικού αστυνομικού διευθυντή του Παρισιού με έναν πιστό σε αυτήν, πιο πρόθυμο να εφαρμόσει σκληρά μέτρα εναντίον των διαδηλωτών, καθώς και να ξεκινήσει τις διαδικασίες για την απομάκρυνση σημαντικών αντιφρονούντων αξιωματικών. Η κατάσταση πλέον ξεφεύγει από τον έλεγχο. Στη μεγάλη διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 6 Φλεβάρη συμμετέχει σχεδόν το ένα τέταρτο του Παρισιού, με επικεφαλείς τις μεγάλες Εθνικιστικές οργανώσεις. Η Action Française, ο Croix-de-feu, οι Jeunesses patriotes, εθνικές οργανώσεις βετεράνων, αλλά μαζί και οι σοσιαλιστές, η οργάνωση βετεράνων του Κομμουνιστικού Κόμματος, διαδηλώνουν, άλλοι ζητώντας την πτώση της Δημοκρατίας, άλλοι τον εξαγνισμό της, αλλά όλοι όμως με το Εθνικιστικό σύνθημα «À bas les voleurs!» – «Κάτω οι κλέφτες!». Πρώτοι οι Εθνικιστές και ύστερα απλός κόσμος, αναρχικοί, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, όλοι μαζί, στα ίδια μέρη, με τα ίδια συνθήματα, κατεβαίνουν στους δρόμους εναντίον του σάπιου αστικού κράτους, αδελφοποιημένοι κάτω από αυτόν τον κοινό σκοπό.
Δυστυχώς, η τοποθέτηση του νέου αστυνομικού διευθυντή πέτυχε τον στόχο της. Οι αστυνομικές δυνάμεις πέφτουν με μανία πάνω στη διαδήλωση, χρησιμοποιώντας ρόπαλα, σπαθιά, καθώς και πυροβόλα όπλα. Οι διαδηλωτές απαντούν με ό,τι έχουν διαθέσιμο καθώς κανείς δεν είχε σχεδιάσει βίαιη σύγκρουση. Οι οδομαχίες διαρκούν μέχρι το βράδυ. Στο τέλος, 19 άτομα κείτονται νεκρά ή ετοιμοθάνατα, εκ των οποίων 9 Εθνικιστές, ανάμεσά τους και ένας Έλληνας, και πάνω από 1400 τραυματίες.
Η εμπειρία της 6ης Φεβρουαρίου ριζοσπαστικοποίησε το Γαλλικό Εθνικιστικό κίνημα. Η κοινή κάθοδος σχεδόν σύσσωμου του Εθνικιστικού χώρου, μοναρχικών και αντιμοναρχικών, συντηρητικών και ριζοσπαστών, οδήγησε σε σημαντικές ιδεολογικές ζυμώσεις, ενώ η βίαιη καταστολή προς συγκάλυψη ενός σκανδάλου, απογοήτευσε σχεδόν όλους τους (λίγους) εναπομείναντες υποστηρικτές του κοινοβουλευτικού Εθνικισμού. Έτσι, η 6η Φεβρουαρίου 1934 θεωρείται η γενέθλια ημέρα του Γαλλικού Κοινωνικού Εθνικισμού. Αντιθέτως, οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ηγεσίες, φοβούμενες την ουσιαστική ανατρεπτική δυναμική που είδαν ότι μπορούσε να έχει η σύμπραξη Εθνικιστών-Σοσιαλιστών, έκαναν λόγο για δήθεν απόπειρα φασιστικού πραξικοπήματος και έσπευσαν να υιοθετήσουν την στρατηγική του λαϊκού μετώπου. Δηλαδή, τη συνεργασία με τις αστικές σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, ως αντίβαρο στον Εθνικιστικό κίνδυνο, προφανώς μετά από τις κατάλληλες «υποδείξεις» από την Σοβιετική Ένωση. Η στρατηγική των αριστερών μέχρι τώρα, να συνεργάζονται απροκάλυπτα με τα «προοδευτικά» (ή και μη) αστικά κόμματα, κατά τα άλλα εχθρούς τους, εναντίον των Εθνικιστών δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά έχει τις ρίζες της ακριβώς εδώ, στον Φλεβάρη του ’34.
Τελικά, το καθεστώς που δεν έπεσε το ’34 έπεσε θεαματικά το ’40. Όταν επέστρεψε, με την ευγενική χορηγία των Συμμάχων, η ντροπή της ήττας και η μειονεξία απέναντι στην εναλλακτική που πλέον δεν αποτελούσε μόνο ιδεολογικό κατασκεύασμα, αλλά ζώσα εμπειρία, το ώθησαν να ξεσπάσει εκδικητικά εναντίον οποιουδήποτε θεώρησε «συνεργάτη των κατακτητών». Θύμα αυτού του μένους απετέλεσε και ο νεαρός λογοτέχνης, το «άνθος του κακού», Robert Brasillach.
Ο Brasillach, το 1934, εικοσιπεντάχρονος νέος τότε, ήταν στρατευμένος στην Action Française, σημαντικό Γαλλικό Μοναρχικό και Εθνικιστικό κίνημα, το οποίο συνεχίζει την πορεία του έως σήμερα. Ήδη από τα 15 του χρόνια αρθρογραφεί, ενώ από τα 22 του έχει αναλάβει μόνιμη στήλη κριτικής τέχνης στο περιοδικό της οργανώσεως. Σταδιακά απομακρύνεται από την AF, τον συγκινεί ο φασισμός, η δύναμη, το μεγαλείο, αλλά κυρίως ο ρομαντισμός του. «Ο νεαρός φασίστας στο στρατόπεδό του, με τους συντρόφους του στην ειρήνη, που μπορούν να γίνουν οι σύντροφοί του στον πόλεμο, ο νεαρός φασίστας που τραγουδά, που παρελαύνει, που εργάζεται, που ονειρεύεται, είναι πάνω απ’ όλα μια χαρούμενη ύπαρξη». Ευαίσθητος, βρίσκει αυτή τη χαρά στην ζωτική ώθηση της Ιταλικής φασιστικής νιότης, και αυτή τον απομακρύνει από την πρώτη του στράτευση και τον συνεπαίρνει. Γράφει: «Ο φασισμός είναι μια πνευματική οντότητα που υπερβαίνει το εποχικό φαινόμενο, ως μια βιώσιμη δύναμη που αντιτίθεται στη γήρανση και την παρακμή».
Αντιλαμβάνεται αισθητικά την πολιτική και εντοπίζει την ουσία της πολιτικής στην αισθητική εμπειρία και όχι στη νίκη. «Ο φασισμός είναι ποίηση, η ίδια η ποίηση του 20ου αιώνα (μαζί με τον κομμουνισμό, προφανώς)». Δεν του αρκεί η πεζή αστική πραγματικότητα, δεν μπορεί να συμβιβαστεί, πάνω απ’ όλα, με το αστικό κράτος, που είναι γήρας και σήψη και φθορά. Γράφει σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Nôtre combat: «Δεν υπάρχει επ’ ουδενί πραγματικός Εθνικισμός που να μην ανυψώνει πάνω και από την ίδια τη θεωρία και τη δράση, ένα είδος μυστηριακής αύρας, στην οποία να καθρεφτίζονται όλες οι δυνάμεις της φυλής […] και αυτό ήταν όμορφο, όχι μόνο από την τέχνη που ξεδιπλωνόταν εκεί, αλλά επειδή αυτή η τέχνη σήμαινε κάτι. Συνεχώς φαίνονταν να ενσαρκώνονται οι δυνάμεις του αίματος και της γης και το ωραίο δεν ήταν ποτέ αντικείμενο λογιότητας».
Το 1940, κατατάσσεται εθελοντής και πιάνεται αιχμάλωτος. Όταν επιστρέφει στην πατρίδα του, όπως και πολλοί συμπατριώτες του, βλέπει στο καθεστώς μια εκπλήρωση, έστω μερική, των προσδοκιών του. Ο Brasillach αποτελεί ίσως το νεαρότερο παράδειγμα, και ένα από τα λαμπρότερα, της γενιάς εκείνης των Εθνικιστών διανοουμένων, γενιάς που μπορεί να περηφανεύεται πως στις τάξεις της έχει τόσο βαριά ονόματα όπως Céline, Drieu la Rochelle και Maulnier. Έχει πλούσιο δημοσιογραφικό έργο, αρθρογραφώντας σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά με φλογερές πολεμικές.
Η «Απελευθέρωση» τον βρίσκει στο Παρίσι. Όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κύκλου του, δεν έχει καμία πρόθεση να προσπαθήσει να δραπετεύσει. Παραδίδεται εθελοντικώς, όταν η Αστυνομία του De Gaulle συλλαμβάνει τη μητέρα του. Δικάζεται, όχι για κάποιο χειροπιαστό αδίκημα, καθώς δεν είχε λάβει κάποιο πολιτικό ή στρατιωτικό αξίωμα, αλλά με την κατηγορία της «πνευματικής συνεργασίας». Η δίκη του είναι γρήγορη και το αποτέλεσμα από την αρχή γνωστό. Θάνατος.
Ο Brasillach, ποτέ δεν εγκαταλείπει το συγγραφικό του έργο. Κατά την κράτησή του, σε αναμονή της εκτελέσεώς του, γράφει το «Γράμμα σε έναν στρατιώτη της τάξεως του ’60», όπου αναπτύσσει τις αιτίες της συνεργασίας του, όχι απολογούμενος, αλλά με το ίδιο σθένος που τον χαρακτηρίζει από τις πρώτες του συγγραφικές προσπάθειες. Περήφανα αμετανόητος μέχρι τέλους, δέχεται τη θανατική ποινή αγέρωχα, «ως τιμή», όπως την χαρακτηρίσε στο δικαστήριο. Έγνοια του δεν είναι να σωθεί, αλλά «να αφήσει πίσω του μια εικόνα αξιοπρεπή».
Τις τελευταίες του μέρες τις περνά προσευχόμενος, με στήριγμά του τα Ευαγγέλια και ιδίως τα αποσπάσματα της Σταυρώσεως. Δεν σταματάει ποτέ να γράφει, αλλά συνθέτει τα τελευταία του ποιήματα, τη συλλογή «La mort en face» – «Μπροστά στον θάνατο», μέχρι και την προηγούμενη της εκτελέσεώς του. Στην εισαγωγή του γράφει: «Λέγεται πως ούτε τον θάνατο ούτε τον Ήλιο τον κοιτάς κατάματα. Κι όμως προσπάθησα».
Παρά τις διαμαρτυρίες ακόμη και διανοουμένων του αντιπάλου στρατοπέδου, όπως του Paul Valéry και του Albert Camus, για τον De Gaulle το έγκλημα της Πίστεως είναι ασυγχώρητο. Την 6η Φεβρουαρίου, 11 χρόνια ακριβώς μετά τους συναγωνιστές του στην Place de la Concorde του Παρισίου, με την κραυγή «Ζήτω η Γαλλία!», ο Robert Brasillach πέφτει νεκρός, στα 35 του χρόνια, «σπουδαίος», όπως έλεγε ο Péguy, «όχι διότι σκότωνε, αλλά διότι ήξερε να πεθαίνει».
M
