Την Κυριακή, οι Ιταλοί πολίτες κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε δημοψήφισμα, προκειμένου να επικυρώσουν η να απορρίψουν την πρόταση του Fratteli D’ Italia σχετικά με τη δικαστική εξουσία. Στην Ιταλία, από τα λεγόμενα «χρόνια του μολυβιού» μέχρι σήμερα, η δικαιοσύνη περιγράφεται ως ένα συνονθύλευμα αριστερών, με αποτέλεσμα να λαμβάνονται αποφάσεις κατά το δοκούν γύρω από μια σειρά ζητημάτων. Η Giorgia Meloni, παρά τις αμφιλεγόμενες πολιτικές της, θέλησε να προβεί σε μια συνταγματική αναθεώρηση στον τομέα της δικαιοσύνης προκειμένου να αποσυμπιέσει τη δικαστική εξουσία από την αριστερή φρενίτιδα.
Σαφώς, η απόφασή της αυτή αποτελεί μια πολιτικά τολμηρή κίνηση για τα δεδομένα όχι μόνο της Ιταλίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, η οποία με κέντρο τις Βρυξέλλες φαίνεται να πολεμά τις εθνικές ιδέες και γενικότερα την οποιαδήποτε πολιτική γύρω από αυτή την κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν αρνητικό για την κυβέρνηση Meloni, και αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί στους εξής λόγους.
Πρώτον, η συνασπιστική κυβέρνηση (Fratelli D’ Italia, Lega, Forza Italia) φαίνεται να έχει χάσει το έρεισμά της τόσο απέναντι στον ταλαιπωρημένο πολιτικά και κοινωνικά ιταλικό λαό, όσο και στη λεγόμενη ριζοσπαστική δεξιά της Ιταλίας, η οποία κρίνει πως η κατεύθυνση της κυβέρνησης δεν έχει και πολλές διαφορές από εκείνη των προηγούμενων. Δεύτερον, η Αριστερά διαθέτει βαθιές ρίζες στο δικαστικό σώμα της Ιταλίας, με αποτέλεσμα όλη αυτή η δυναμική να αποτυπώνεται στο εκλογικό σώμα, το οποίο επηρεάζεται από τους (αμφιλεγόμενους) πολιτικούς χειρισμούς της Ιταλικής κυβέρνησης. Τρίτον, η Μελόνι, παρότι είχε σωστή κρίση στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπολόγισε την αριστερή δυναμική και ακολούθησε λανθασμένη τακτική, παρόλο που, στρατηγικά, μια τέτοια πολιτική κίνηση αποτελεί μια αδιαμφισβήτητα ριζοσπαστική θέση.
Η Giorgia Meloni ίσως θέλησε να μιμηθεί τον Victor Orban, ο οποίος προ εξαετίας προχώρησε σε αντίστοιχη συνταγματική μεταρρύθμιση με θέμα την παράνομη μετανάστευση και τη δημιουργία νομικής αποτροπής μεταναστευτικών ροών προς την Ουγγαρία, ακυρώνοντας νόμους της ΕΕ. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ Ιταλίας και Ουγγαρίας είναι πως, στην Ιταλία, η αριστερά, ως ακαδημαϊκή και πολιτική δεσπόζουσα τάση, έπαιξε σημαντικό ρόλο, ιδίως κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν το ΝΑΤΟ επιδίωκε μια πιο αριστερόστροφη Δυτική Ευρώπη προκειμένου να ελέγχει την κομμουνιστική αριστερά. Αντίθετα, η Ουγγαρία είναι μια πρώην κομμουνιστική χώρα, στην οποία το καθεστώς της επιβλήθηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο οποιοσδήποτε φεντεραλισμός να την αποστρέφει και να της αυξάνει τα εθνικιστικά της αντανακλαστικά (χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι η κυβέρνηση Orban είναι εθνικιστική).
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως, όταν μια «θεωρητικά» εθνικιστική κυβέρνηση δεν μπορεί να υλοποιήσει την πολιτική της και χάνει από τη βάση της, τότε έχει αποτύχει κυρίως πολιτισμικά και, κατ’ επέκταση, πολιτικά. Και αυτό γιατί, στην πολιτική, νικητής είναι αυτός που διαμορφώνει πρώτα κουλτούρα και μετά ταυτότητα. Επίσης, μια τέτοια ήττα θα πρέπει να αφυπνίσει και τους εν Ελλάδι εθνικιστές, οι οποίοι ευελπιστούν σε μια νομοθετική εξουσία που έχει απομακρυνθεί από αυτό που αποκαλούμε εθνική ψυχή.
